- ἀναχωροῦσαν
- ἀναχωρέωgo backpres part act fem acc sg (attic epic doric)ἀναχωρέωgo backpres part act fem acc sg (attic epic doric)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Ασιούτ — (Asyϋt).Πόλη (3.200.000 κάτ. το 2002) της Αιγύπτου, η Λυκόπολη των αρχαίων, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού. Είναι λιμάνι στην αριστερή όχθη του Νείλου με σιδηροδρομικό σταθμό. Διοικητικό και εκπαιδευτικό κέντρο, έχει βιομηχανίες… … Dictionary of Greek
βρυόγραπτος — Γένος γραπτολίθων. Οι β. ήταν θαλάσσια ζώα που έζησαν στο κατώτερο σιλούριο.Τα είδη αυτού του γένους ήταν αποικίες ατόμων κλεισμένων σε στοές και διατεταγμένες σε μία μόνο σειρά κατά μήκος του άξονα της αποικίας από τον οποίο αναχωρούσαν… … Dictionary of Greek
Ζάκρος, Κάτω — Οικισμός (24 κάτ.) του νομού Λασιθίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ιτάνου. Στη θέση του οικισμού, στη μέση περίπου της ανατολικής ακτής της Κρήτης, υπήρχε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του μινωικού πολιτισμού και το τέταρτο σε μέγεθος κρητικό … Dictionary of Greek